Θεσσαλονίκη – Αθήνα γλωσσικές διαφορές, μύθοι, αλήθειες, σωστά και λάθη…

Καλαμάκι, σουβλάκι, λεμονίτα, γκαζόζα, τυρί, κασέρι, μπουγάτσα και άλλα πολλά χωρίζουν τους Θεσσαλονικείς με τους Αθηναίους σε μια ιδιότυπη μάχη χρόνων χωρίς ουσία…


Δεν είναι λίγες οι φορές, που συναντώνται οι βόρειοι με τους νότιους, σε παρέες, τυχαία και αρχίζει η γνωστή καζούρα για τη σημαντική κάποιων λέξεων και τους γλωσσικούς κανόνες, τους οποίους ακολουθούν τόσο οι μεν όσο και οι δε με τεράστιο πείσμα και επιμονή απόλυτης σιγουριάς…

Πρώτο γιγάντιο θέμα είναι, φυσικά, αυτό που σχετίζεται με το φαγητό και πιο συγκεκριμένα με το αγαπημένο μας σουβλάκι, που οι Αθηναίοι το λεν καλαμάκι ενώ οι Θεσσαλονικείς καλαμάκι λένε μόνο αυτό που ρουφούν το φραπέ και δεν δέχονται, με την καμία, τη λέξη καλαμάκι για την περιγραφή του κρέατος, που βρίσκεται περασμένο από το γνωστό ξύλινο καλάμι, με το επιχείρημα ότι τον Αθανάσιο Διάκο τον σούβλισαν και δεν τον καλαμάκωσαν (ακλόνητα ατράνταχτος ισχυρισμός)! Δεν θα ξεχάσω ποτέ, επίσης, μια μέρα που είχα πάει στην Αθήνα με έναν φίλο μου σε ένα οβελιστήριο και αυτός έδωσε την κάτωθι παραγγελία: «ένα σουβλάκι με γύρο σε πίτα απ´ όλα» και έτσι απλά συνεννοήθηκαν μεταξύ τους (απίστευτο κι όμως αληθινό) και ο ψητάς του έβαλε ένα γύρο σε πίτα με απ´ όλα συν τζατζίκι φυσικά, το οποίο περιλαμβάνεται στα βασικά συνοδευτικά του σάντουιτς με γύρο στην Αθήνα ενώ στη Θεσσαλονίκη χρεώνεται έξτρα και λεγεται και αλοιφή, αν και προορίζεται για βρώση και όχι για επάλειψη σε κάλους…

Ύστερα από αυτήν τη συγκλονιστική και αξέχαστη αφήγηση, προχωράμε στην επόμενη τρομερή έριδα, η οποία σχετίζεται με τη χρήση του «με», αντί για «μου» στην περίπτωση της συγκεκομμένης αντωνυμίας «εμένα», που οι Σαλονικείς τη χρησιμοποιούνε ευρέως ως εξής: «Και δε με λες; Τι θες να σε πω τώρα»; Εκεί τρελαίνονται οι Αθηναίοι, εξανίστανται και ειρωνεύονται τους βόρειους για κακή χρήση της γλώσσας, με το επιχείρημα του κατωτέρω παραδείγματος να σπάει κυριολεκτικά κόκκαλα και να λιώνει κρέατα: πηγαίνει ένας Θεσσαλονικιός στον κρεοπώλη και του λέει: «Κάνε με 2 κιλά κιμά»… Ανατριχιαστικό ακούγεται, όντως, αλλά δεν είναι τόσο λάθος όσο ακούγεται σε κάποιους, γιατί το με, σε κτλ είναι εξίσου δοκιμές λέξεις, όπως ακριβώς και το μου και σου και πρόκειται, απλά, για γλωσσικό ιδίωμα βορειοελλαδίτικο…

Μπέρδεμα μεγάλο προκύπτει με τον ορισμό του τοστ και του ψημένου σάντουιτς, καθώς στην Αθήνα τοστ θεωρείται μόνο το τετράγωνο, που φτιάχνεται με ψωμί του τοστ ενώ τα υπόλοιπα, που μπαίνουν σε τοστιέρα και στη Θεσσαλονίκη λέγονται τοστ, επειδή είναι σχήματος καρώ (μέχρι και η τουλούμπα μπορεί να θεωρηθεί τοστ και τα τουλουμπάκια τοστάκια σε ένα σχήμα υπερβολής) αποκαλούνται ψημένα σάντουιτς από τους κατοίκους των Αθηνών…

Πάμε τώρα στο άλλο αγαπημένο έδεσμα, το οποίο δημιουργεί επίσης γιγάντιες φιλονικίες και δεν είναι άλλο από τη μπουγάτσα, η οποία για τους πρωτευουσιάνους είναι μόνο αυτή που περιέχει κρέμα, ενώ για τους συμπρωτευουσιάνους είναι το ειδικό φύλλο κρούστας τέτοιου τύπου, το οποίο μπορεί να εμπεριέχει πχ τυρί, κιμά, σπανάκι, αλλαντικά κτλ… Νομίζω, εδω, οι βόρειοι έχουμε δίκιο, γιατί το φύλλο σφολιάτας είναι αυτό που δίνει τον ορισμό της μπουγάτσας, όποτε το περιεχόμενο αυτού διαμορφώνει κατά περίπτωση το είδος αυτής!!

Και τώρα που έγραψα τυρί θυμήθα και την άλλη διαφωνία για τη λέξη, η οποία για τους βόρειους συμπεριλαμβάνει όλα τα λευκά τυριά (αν και τις περισσότερες φορές εννοούν τη φέτα), καθώς τα κίτρινα τα χαρακτηρίζουν κασέρια (όλα όμως), σε αντίθεση με τους νότιους, οι οποίοι έχουν δίκιο εν προκειμένω να αποκαλούν τυριά όλα ακόμη και τα κασέρια ή τις γραβιέρες, καθώς η λέξη κασέρι είναι υπάλληλη εννοιολογικά της λέξης τυρί…

Για το τέλος άφησα και τη διαφωνία με το αναψυκτικό της λεμονίτας για τους Αθηναίους ή λεμονάδας για τους Θεσσαλονικιούς, το οποίο έχει πάμπολλες εκδοχές και δεν βγαίνει άκρη με τίποτα, καθώς εμπλέκεται και η sprite με τη γκαζόζα και δύο τρία ακόμη ανθρακούχα ποτά, οπότε εκεί χάνεται τελείως η επικοινωνία μεταξύ Αθήνας και Θεσσαλονίκης και καταλήγει η παρέα να σπάει στα δύο απελπισμένη και απογοητευμένη που δεν κατανοούν οι μεν τους δε, οι οποίοι φυσικά δεν υποχωρούν σε τίποτα και είναι απόλυτα βέβαιοι για τις έννοιες των λέξεων και τη σημασία των νοημάτων τους…

Υ.Γ.: ειρήνη υμίν αδέλφια, γιατί όπως έχει πει και ο μεγάλος Γιώργος Μπαμπινιώτης, η γλώσσα καλό είναι να μην ρυθμίζεται αλλά να παρατηρείται από τους επιστήμονες, γιατί είναι ένας μονίμως εξελισσόμενος ζωντανός οργανισμός!! Μασήστε και καμιά μαστίχα (όχι Χίου απαραίτητα) Αθηναίοι φίλοι μου και κάντε και καμία τσιχλόφουσκα, έτσι για την αλητεία…

13 σχόλια στο “Θεσσαλονίκη – Αθήνα γλωσσικές διαφορές, μύθοι, αλήθειες, σωστά και λάθη…Πρόσθεσε το δικό σου →

  1. Γενικά έχω να πω, πως έχει ενδιαφέρον να παρακολουθείς τις ιστορίες των λέξεων καθώς και την εξέλιξή τους. Η διαφοροποίηση και η ποικιλία στην γλώσσα είναι θεμιτή και σε μένα αρεστή. Μόνο για το καλαμάκι έχω να πω, πως το θεωρώ άστοχο. Μπορεί όμως στην Αθήνα να σουβλίζουν με καλαμάκια!

  2. Απο ολα αυτα που λετε δε γνωριζα μονο την λεμοναδα-λεμονιτα! Οι διαφορες των πολεων πιστευω οφειλονται κυριως στους ρυθμους τους! Αυτες οι διαφορες δεν υπηρχαν καποτε και ολοι το καθε τι το λεγανε ομοιως(σουβλακι,λεμοναδα,κασερι πριν εισαγουμε ξενα τυρια και ειχαμε μονο το ημισκληρο που πρεπει να λεμε μονο αυτο κασερι). Το προβλημα ειναι οτι η Θεσσαλονικη παει πολυ αργα και εμεινε πισω. Μετα ηρθε η πιτα,ηρθαν τα ξενα τυρια και επρεπε να βρουμε μια ονομασια για το εθνικο μας εδεσμα οπως οι Μεξικανοι λενε τα Bouritos. Το σουβλακι ηταν το πιο ταιριαστο και ετσι ηρθε το καλαμακι. Κασερι σημαινει κιτρινο ΗΜΙΣΚΛΗΡΟ τυρι στα Τουρκικα, οποτε ειναι ειδος τυριου σαν τη φετα. Ειναι μεγαλη ανοησια να βαζει κανεις ασπρη mozzarela στη πιτσα και αφου κιτρινιζει να τη λεει κασερι ή οταν πηγαινει supermarket για να ζητησει κασερι να λεει: Κασερι κασερι! Επισης απο Β. Ελλαδα ειμαι και θυμαμαι οτι στο κυλικειο του σχολειου μας τη πιτα σφολιατα με τη φετα τη λεγαμε τυροπιτα. Την ιδια σφολιατα με το οντως κασερι τη λεγαμε κασεροπιτα και αυτη με τη κρεμα ΜΠΟΥΓΑΤΣΑ! Ισως η λογικη των Αθηναιων εδω ειναι σωστη αλλα εγω προσωπικα προτιμω τον ορο ΚΡΕΜΟΠΙΤΑ.

  3. Η μοναδική μου ένσταση στο άρθρο, είναι για την ζύμη της μπουγάτσας. Δεν είναι σφολιάτα. Η σωστή μπουγάτσα γίνεται με πολλά ψιλά φύλλα που ανοίγονται ένα -ένα. Τα είδη γέμισης αυξάνονται συν τω χρόνω. Στην αρχή ήταν μόνο με κρέμα, γλυκιά και αργότερα μπήκε το τυρί. Τα υπόλοιπα είδη γέμισης ήρθαν μετά.
    Σημειώνω βέβαια ότι η Θεσσαλονικείς ξέρουν καλύτερα από μπουγάτσα, όπως και είναι σωστότερο το »σουβλάκι» από το καλαμάκι.

  4. Καλημέρα σας… Ο τρόπος παρουσίασης φαινομένων και γεγονότων είναι απόλυτα κατανοητός και σωστά δομημένος. Αυτού του είδους η «ισοπέδωση» στα άρθρα σας κ. Καρατσιώλη δημιουργεί μία πηγή γνώσης και σωστής κριτικής. Λέω «ισοπέδωση» καθώς με τον τρόπο σας καταρρίπτεται κάθε στερεότυπο και ξεθαμπώνεται πλαστές απόψεις και ιδέες σε ένα πλαίσιο πέρα ως πέρα λογικό, εκεί δηλαδή που δεν χωρούν οι δήθεν συναισθηματισμοί.Θα ήθελα να ευχαριστήσω που υπάρχουν και ακούγονται διαφορετικές απόψεις με έναν απίστευτα «μαθηματικοποιημένο» τρόπο.

    Δεν είναι φιλοφρόνηση, είναι αλήθεια… Καλή σας συνέχεια κύριοι και κυρίες.

  5. Χαχαχα έχουμε όμως Ακρόπολη. Τώρα σοβαρά ειναι λίγο κουτό να τσακωνόμαστε για βλακείες. Δεν νομίζω οτι οδηγούν κάπου και τι έγινε αν έχουμε κάποιες διαφορές; Σιγά 🙂

  6. Για την αποκατάσταση της λεμονίτας, καταθέτω την γνώση που αποκόμισα στις αρχές των 70ies (!) που μετώκησα ως φοιτητής και κατανάλωσα γαλόνια από ανάλογα αναψυκτικά στον κήπο του Μουσείου δίπλα στο ίδρυμα που με εμόρφωσε!
    Υπήρχε τότε σχεδόν μονοπωλιακά η εταιρεία αναψυκτικών ΗΒΗ που παρήγαγε λεμονάδες και πορτοκαλάδες και λοιπά αναψυκτικά και για πρώτη φορά περιήλθαν σε γνώση μου ότι αυτά κυκλοφορούσαν με και χωρίς ανθρακικό! Για να τις ξεχωρίζουν δε, είχαν πορτοκαλί (με) ή μπλέ (χωρίς) καπάκι οι πορτοκαλάδες που τις προσδιορίζαμε με το «φέρε μου μια μπλέ» και αντίστοιχα οι λεμονάδες με κίτρινο (με) ή πράσινο (χωρίς) καπάκι. Τις τελευταίες ειδικά, τις χωρίς ανθρακικό, ονόμαζαν (ζαμε) ΛΕΜΟΝΙΤΕΣ.

Απάντηση